Αιμάθ

Ελληνική απόδοση από τους Ο’ του εβραϊκού Χαμάτ, αρχαιότατης χετιτικής πόλης της Συρίας κοντά στον Ορόντη ποταμό. Στην Παλαιά Διαθήκη απαντάται και ως Εμάθ (Αριθ. λδ’ 8, Ιησ. Ναυή ιγ’ 5) ή Ημάθ (Γ’ Βασιλ. η’ 65). Στην εύφορη περιοχή της ο Σολομών έχτισε και άλλες πόλεις. Σύμμαχος του Ισραήλ και της Δαμασκού, νίκησε το 853 π.Χ. τους Ασσυρίους, αλλά αργότερα ο Σαργών, βασιλιάς των Ασσυρίων, την κατέλαβε και την προσάρτησε στο κράτος του.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αἵμαθ' — αἵ̱ματα , αἷμα blood neut nom/voc/acc pl αἵ̱ματι , αἷμα blood neut dat sg αἵ̱ματε , αἷμα blood neut nom/voc/acc dual αἵμαται , αἱμάτη fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αίμα — Ρευστός ιστός του οποίου τα στερεά κυτταρικά στοιχεία αιωρούνται σε μια ροώδη μεσοκυττάρια ουσία, που ονομάζεται πλάσμα. Κυκλοφορεί σε ένα σύστημα αγγείων, το κυκλοφορικό σύστημα, και αντιπροσωπεύει για τα ανώτερα ζώα το μέσο με το οποίο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.